Ο λεξιλογικός πλούτος τού Ήλιου σχετικού με το φως και τη θάλασσα(1) (Ι)

“…ἐκ τῆς θαλάττης τόν ἥλιον…
τήν δέ σελήνην ἐκ ποταμίων ὑδάτων…
οὐκ ἴδιον ἔχειν φῶς, ἀλλά πάρ’ ἡλίου
ἐπιλαμπομένην”.
Διογένης Λαέρτιος Τ’ Δ145

 

Του Κ. Α. Ναυπλιώτη

Όταν αποφάσισα να γράψω για τον λεξιλογικό πλούτο του Ήλιου(1*), ήλθε στο νού μου η “Καταβασία”  (ύμνος) προς την Παναγία που λέει: “Ἅλιον ποντογενές κητῷον ἐντόσθιον πῦρ”.  Ερμηνεύοντας λοιπόν τον ύμνο καταλαβαίνουμε πως, Άλιος είναι ο θαλάσσιος δηλ. αυτός που γίνεται από τη θάλασσα (τον πόντο). Εδώ παρουσιάζεται ο ήλιος ως πῦρ που “βγαίνει” μέσα από τη θάλασσα “Ἅλιος ὤν, ἐξ ἁλός, ἤγουν θαλάσσης, τήν γέννησιν ἔχων” (σχολ. Εἰς Ἠσίοδον). Το ίδιο μάς λέει και ο Αριστοτέλης στα Μετεωρολογικά που γράφει (Β 2,354) “Τόν ἣλιον τρέφεσθαι τῷ ὑγρῷ”.

Ακόμα, στις “Νεφέλες” (571) του Αριστοφάνη διαβάζουμε: “Ὁ ἣλιος, διάπυρος ὤν, ἕλκει εἰς ἑαυτόν τήν τῆς θαλάσσης ὑγρότητα, ἐξ ὧν αἱ νεφέλαι.” Ἃλιος = ήλιος και “Φαέθων,  μέγας ἅλιος ἄστρων” (βλ. Διογ. Λαέρτ. Επίχαρμος).

Είναι γεγονός πως ο Ήλιος είναι ένα άστρο που πάντα γοήτευε τους ανθρώπους. Είναι επίσης γνωστό πως οι Έλληνες τον τραγούδησαν(2), τον λάτρεψαν και τον ιδιοποιήθηκαν (πρβλ. Ο “Ήλιος της Ελλάδος”, αλλά και το αρχ. “οὐδέν κρυπτόν ὑπό τόν ἣλιον”). Αυτό λοιπόν το “άστρο της ημέρας” έχει τεράστιο γλωσσικό πλούτο και πλούσια επιστημονική, γλωσσική και αστρονομική γνώση. Το (Ε.Μ) εξηγεί: “Ἥλιος, ἡ ἓως, διά τό ἵεσθαι τό ἓως, ἤγουν (δηλ.) φέρειν τό φῶς· ἓως γάρ ἡ ἀνατολή.” Να πούμε από την αρχή πως στην αρχή η λέξη “Ήλιος” δεν προφερόταν όπως σήμερα δυσιλλάβως, αλλά τρισυλλάβως  (Ή– λι – ος)· κατά το πλείστον όμως τετρασσυλάβως (Η – έ – λι – ος – Ήλιος [το ε κατά πλεονασμόν ποιητικώς] βλ. Ομ. Οδυσ.α8, γ329,κ476 & 478). Είχε δε και την ονομασία Έλα (Έλα + λαάς = Ελλάς = Πέτρα [γη, χώρα του Ήλιου- απαστράπτων τόπος]). Απ’ εδώ και οι κάτοικοι της Δωδώνης ελέγοντο Ἑλλοί – Σελλοί (Σ- το δασύ πνεύμα) και η ρίζα σελ– (= φως) προέρχεται εκ του ηλίου κατά την σειρά ( ἅλιος → ἥλιος →ἕλιος →σέλιος). “Ἄν’ ὑγρόν ἀμπταίην αἰθέρα, πόρσω γαίας Ἑλλανίας” (Ἴων 786) δηλ. να πετούσα στον υγρόν αιθέρα μακράν της γης της Ελλάδος.  Σέλας έλεγαν το φως και τη λαμπρότητα τού πυρός. Ακολουθεί και η Σελήνη (δωρ. Σελάνα) η οποία παίρνει το φως της από τη λαμπρότητα τού πυρός αυτού. Σήμερα γνωρίζουμε πως χωρίς τον ζωοδότη και ζωογόνο Ήλιο δεν θα υπήρχε ζωή στον πλανήτη μας! Ο Αριστοφάνης στις “Νεφέλες” (στ. 570 – 574) αποκαλεί τον Ήλιο “βιοθρέμων πάντων”…ὅς ὑπερλάμπροις ἀκτῖσι κατέχει γῆς πέδον, μέγας ἐν θεοῖς ἐν θνητοῖσι τε δαίμων”. Γι αυτό, επειδή κάνει τα πάντα & τα φυτά να αναπτύσσονται τον αποκαλούσαν Φύτιο, (ρ. φύομαι = φυτρώνω, αναπτύσσομαι, μεγαλώνω) αλλά και Φαεσύμβροτο επειδή προσέφερε το φως στους ανθρώπους (φάος + βροτός). Τον έλεγαν και Λαμπία ή Λαμπέα, επειδή λάμπει. Απ’ εδώ και η λάμπα· όλα από το α.ε ρήμα λάμπω. Επίσης τον έλεγαν ταλῶς (ἥλιος) και ταλῶ(2*) επειδή ήταν ψηλά (πρβλ. την εκφρ. ([ν]τάλα μεσημέρι όπου ο ήλιος είναι στο μέγιστο ύψος. Απ’ εδώ και το “αγγλικό” tall- υψηλός. Οι Λάκωνες τον έλεγαν Ἀλλάμπαν (διότι αναλάμπει). Λαμετίη ή Λαμπετία Ἡλίου κόρη ([Ησυχ.] βλ. Ομ. Μ 132 “Φαέθουσά τε Λαμπετίη τε” φαέθουσα = επιφανής, λαμπρή). Ως κόρη τού Ηλίου αναφέρεται και η Ἠλεκτρυώνη. Μεγάλος έρωτας τού Ήλιου ήταν η Ρόδη (ροδαλή, λαμπερή). Αυτή ήταν κόρη τού θεού των θαλασσών Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης· και για χάρη τής Ρόδης έδωσε το όνομά της στο ωραίο νησί τής Ρόδου.  Είναι γνωστό πως η ανατολή (ρ. ανατέλλω𐤟 εγείρομαι, μεγαλώνω, υψώνομαι, πηγάζω) ήταν και είναι μια εξέχουσα στιγμή στη ζωή τού ανθρώπου κατά την οποία ξεκινά να ρέει το φως (πρβλ. και“ρέων λόγος”, “ρέοντα ὕδατα”, “φυσική ροή…” ) και γι αυτό οι ποιητές μας έλεγαν τη στιγμή της ανατολής “φάος ἐρέουσα”.

Και εδώ φαίνεται καθαρά ο νοηματικός πλούτος και η επιστημονικότητα τής γλώσσας μας, αφού σήμερα γνωρίζουμε πως το φως μεταδίδεται με κύματα, και τα κύματα ρέουν γιατί έχουν ροή.

Η λαμπρότητα και η μεγαλοσύνη τού φωτός φαίνεται και από τη φρ. του Ησιόδου (Έργα & Ημ. 339) όταν αποκαλεί το φως του Ήλιου φάος ἱερόν. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και τα α.ε ρ. φάσκω & φημί που σημαίνουν· ισχυρίζομαι, φανερώνω, ουσιαστικά φέρω στο φως τις σκέψεις μου.  Επίσης το ρ. φθέγγω – μαι είναι σχετικό με το “φέγγω”, αποφαίνομαι (λ. απόφαση) φανερώνω, διευκρινίζω τη γνώμη μου. Αλλά και η λ. φωνή (ρ. φῆμα) στην ουσία σημαίνει φέρω εις φως τα του νοός. Απ’ εδώ παράγονται  και η φάσις = λόγος, κρίση  πρβλ. το λαϊκό “άλλη φάση” δηλ. σύμφωνα με την κρίση μου αυτό είναι διαφορετικό. Σχετ. Φήμη, φημίζω, διαφήμιση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ένα από τα προσωνύμια τής θάλασσας ήταν ἁλουργίς δηλ. η απαστράπτουσα και έχουσα το χρώμα τής πορφύρας αρχ. λ. ἀλουργικός ,η, ον  =  ο πορφυροβαφής πρβλ. το σημερινό η θάλασσα λαμπυρίζει (βλ. Το της δημ. γυαλί – γυαλίζει). Η προ της αυγής ώρα,  λέγεται ἑώς, ἡώς & ἑώα (πρβλ. τα Ομηρ. “κροκόπεπλος ἠώς”, αλλά και “ἅμα τη ἐῷ” & “ἐῶα”. Ακόμη έχουμε και την Ἡώ ως θεότητα της αυγής. Την πρωινή ώρα της αυγής η οποία “γεννά την ημέρα” ο Όμηρος την αποκαλεί ἠριγένεια (από του ἧρι [πολύ πρωί] + γεννῶ )(Ε.Μ). Ακόμα το φως αυτό το έλεγαν και “ἡελίου αὐγή”. Για την αυγή είχαν και τη λέξη “γέλα”, που μας λέει πως με γέλιο πρέπει να υποδεχόμαστε την νέα ημέρα! Σχετ. και το προσωνύμιο τού Δημόκριτου ως γελασῖνος επειδή συνεχώς γελούσε. Επίσης και το της εκκλ. Καταβασίας “φαεσφόρον άγγελον…” άγγελον που φέρει το φως (φάος – φως [φωτεινός]). Δεν πρέπει να ξεχάσουμε και τη λέξη ἀλέκτωρ (κόκορας) ο οποίος αναγγέλλει την νέα ημέρα, το πρωί. Απ’ εδώ και το ἤλεκτρο το οποίο είναι δυνατό ως ο ἀλέκτωρ – ἠλέκτωρ = ο ισχυρός ( ἧλ + ἕκτωρ [από τον μέλλοντα του ἔχω, ἕξω]). Καί “ὁ ἥλιος ἀλέκτωρ λέγεται…ὁ ἀπό τῶν λέκτρων (τῶν κλινῶν – κρεβατιών) ἡμᾶς διεγείρων” και “Ἠλέκτωρ, ὁ ήλιος ἤ ὅτι οὐ κοιμᾶται, ἀεί εἰλούμενος”, (δηλ. περιφερόμενος, περιστρεφόμενος …ἤ ὅτι λέκτρων καί τῆς κοίτης ἠμᾶς ἐγείρη διά τό ἐπιλάμπειν” (Ε.Μ) πρβλ. ρ. εἴλω λ. εἰλεός = περιπλοκή των εντέρων σχετ. λ. ἠλακάτη κοιν. ρόκα πάνω στην οποία τυλίγεται το μαλλί. Ακόμα και η λέξη “ξήλιασα”(εξ- ηλίασα) σημαίνει “πάγωσα” ακριβώς γιατί είμαι έξω από τον  ήλιο. Σε αντίθεση με τη λέξη ἡλιοῦμαι (-οομαι) που σημαίνει είμαι εκτεθειμένος στον ήλιο, “λιάζομαι” στον “ἡλιοφόρο” ήλιο και μπορεί – αν δεν προσέξω – να γίνω “ἡλιόκαυτος” ή λιοκαμένος δηλ. να πάθω εγκαύματα ή να πάθω ἡλίασι (αγγλ. Heliasis). Την εποχή που ο ήλιος είναι πιό έντονος, τότε έχουμε θέρος (ρ. θερμαίνω, παθ. αισθάνομαι θερμότητα  ρ. παθ. καίομαι και παθαίνω εγκαύματα). Ό,τι “βλέπει” ο ήλιος είναι ἡλιοθερές και όποιος λιάζεται είναι ἡλιαζόμενος ή εἰληθερῶν. Γνώριζαν δε πολύ καλά, πως τον ήλιο είναι αδύνατο να τον βλέπει κανείς. Γι αυτό κάθε τι που ήταν άβατο ή δυσπρόσβατο σχετ. λ. δυσπρόσιτος (δυσ + πρόσειμι)  δηλ. ό, τι δύσκολα προσεγγίζεται, είναι ἠλίβατο δηλ.  ψηλά σαν τον ήλιο. Τον ήλιο δεν μπορεί κανείς να τον αντικρίσει γιατί θα χάσει το φως του πρβλ. την αρχ. έκφρ. “ὅστις τόν ἥλιον ἀναιδῶς ἐγχειρῇ θεάσθαι τήν ὅψιν ἀφαιρεῖται” δηλ. εθεωρείτο μέγιστη τόλμη να δεί κανείς τον ήλιο, γιατί μπορούσε να τυφλωθεί. πρβλ. το εκκλ. “Οὐδείς τόν θεόν ἐώρακε πώποτε” δηλ. κανείς ποτέ δεν είδε τον θεό (Ήλιο), αλλά ούτε και μπορεί να τον δεί. Ό,τι όμως το θάλπει (ζεσταίνει) ο ήλιος λέγεται ἡλιοθαλπές λ. θαλπωρή = ζεστασιά μτφ. χαρά, ελπίδα.

Ίσως θα πρέπει να αναφέρουμε και τα ονόματα τών Χαρίτων που μέσω τού Ομβροφόρου (όμβρος + φέρω) Διός δηλ. μέσω της βροχής  γονιμοποιεί τη Μητέρα Γη . Αυτά είναι: Αυξώ (η αυξάνουσα) Θαλλώ (η βλαστάνουσα) και Καρπώ (δίδουσα καρπούς) ρ. θάλλω· θηλάζω, (λ. θηλή) βλαστάνω.  Το μέρος που “βλέπει” ο ήλιος είναι εὐήλιο και προσ- ήλιο. Αλλά και ο χώρος του σπιτιού, ταράτσα, εξώστης λέγεται “λιακωτό” (ἡλιακόν + -ωτό) αλλά και [η]λιακό. Τα μέρη που “βλέπουν” προς την ανατολή τού ήλιου λέγονται προσήλια.Το μέρος που “δεν είχε” ήλιο, το έλεγαν ἀνήλιο[α στερ. + ήλιος], και ό,τι δεν το “βλέπει” ο ήλιος είναι καταδικασμένο στην ἀδηλία = άγνοια, αφάνεια. Και αυτό συμβαίνει παρόλο που ο λαός μας λέει πως “ο ήλιος δεν φοβάται τη συννεφιά” ούτε τις αστραπές, γιατί “καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται”, εν τούτοις κάποια πράγματα παραμένουν “άδηλα και κρύφια”. Και να συμπληρώσουμε σχετικά πως, επειδή ο ήλιος είναι ζωοδότης, το αδύνατο και αδύναμο παιδί που δεν το “βλέπει” ο ήλιος κάποτε το λέγαμε “ανήλι” (ἀνήλιον· τό μή ἔχων ἥλιον Ησυχ). Σχετ. και ο  εκκλ. Ύμνος “ Χέρσον ἀβυσοτόκον…

πέδον Ἥλιον…” όπου πέδον = έδαφος, περιοχή, επιφάνεια, πεδιάδα καθώς σχετ. και δάπεδο (δα + πέδον)  ερμην. σε στερεό-ξηρό βυθό τής αβύσσου που τα ύδατα της αβύσσου κρατεί, άπλωσε τις ακτίνες του ο ήλιος…) Να διευκρινίσουμε εδώ πως, τα μέρη που “βλέπει” ο ήλιος είναι αυτά που λέμε “Ἠλύσια πεδία” “ἀπό τοῦ θέρεσθαι ἐν τῷ ἡλίῳ καί τῷ πέδῳ” (βλ. Ομ. Οδύσσ. δ563) “ἐς Ἠλύσιον πεδίον καί πείρατα γαίης ἀθάνατοι πέμψουσιν” δηλ. στο Ηλύσιο πεδίο και στα πέρατα της γης οι αθάνατοι θα πέμψουν [μτφρ. Κ. Δούκα].

Οι πρόγονοί μας εγνώριζαν πολύ καλά πως η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο. Και κάθε πλήρης περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο μετράει ένας χρόνος συν στην ηλικία μας.

Η λέξη “ηλικία” (δωρ. ἀλικία, δημοτ. “ελικιά”) όπως και η λ. συν-ομήλικος (η αναφ. αντων. ἡλίκος-η-ον = όσος , όση, όσο  είναι ο συν- ομ[ου] ήλικος) δηλ. αυτός που έχει την ίδια ηλικία (βλ. & Liddell Scott λ. συνομῆλιξ) μάς δείχνει κωδικοποιημένα ακόμα και πριν τον Αρίσταρχο(3)τό ἡλιοκεντρικόν σύστημα” πράγμα που φανερώνει την απίστευτη επιστημονική γνώση που είχαν οι Έλληνες… Γι αυτό είχε μεγάλη αξία, και θεωρούσαν μεγάλη τύχη το, “ζώειν καί ὁρᾶν φάος ἠελίοιο” (ποιητική περίφραση τοῦ ζῆν) καθώς και το να μην μας εγκαταλείψει ποτέ “λαμπρόν φάος ἠελίοιο” δηλ. το λαμπρό φως τού ήλιου οπότε θα αρρωστήσουμε ή και θα πεθάνουμε. (βλ. Ησιόδου “ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ” στ.155).

Τελειώνω, λέγοντας: πλούτος ἄφατος και γλωσσική επιστήμη μοναδική· άρα και πρόοδος τού πολιτισμού λαμπρή, που με βάση τον πλούτο αλλά και τη λογική τού Έλληνος λόγου, που συναρτά τη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου, αποδεικνύει τον λόγον, δηλ. την αιτία, για την οποία υπάρχει. Και αυτός είναι, όχι μόνο για να εννοούμαστε, αλλά και για να συν-εννοούμαστε. Αυτό γιατί “Ὁ λόγος, ἐάν μή δηλοῖ οὐ ποιήσει τό ἑαυτοῦ ἔργον” (βλ. Αριστοτ. Ρητορική Γ. 2.149).

(1) Η πρώτη λέξη για τη θάλασσα (υγρό στοιχείο) είναι ἅλς και είναι ηχοποίητη σύμφωνα με τον ήχο “σ…αλ…ςς” που δημιουργείται όταν αυτή “γλύφει”  την παρ- αλία. Εδώ επιβεβαιώνεται ο Πλάτων στον Κρατύλο που μας λέει πως: “ὀνόματος ὀρθότης ἐστί φύσει πεφυκυῖα”. Πολλοί πιστεύουν πως η λ. θάλασσα είναι αβέβαιης ετυμολογίας· και παράγεται ή από το ἅλς ή από τη λ. ταράττω – ταράχ-j α ᐳ θάλαχ -j – α ᐳ θάλασσα (βλ. λεξικόν Ετυμολογικόν της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσης Νικ. Γ. Δασκαλάκη Αθήναι 1979). Το  ετυμολ. λξκ. J. B. HOFMANN  την χαρακτηρίζει μάλλον προελληνική.

(1*) Fα Fέλιος: ἀβέλιος, βαβέλιος. Απ’ εδώ και το (εκκλ.;) Βάαλ ο Ήλιος, η Βαβέλ και η Βαβυλών, πόλεις κείμεναι προς ανατολάς βλ. “Ο εν τη λέξει λόγος” σελ. 210

(2) Όπως τα: “Καλημέρα Ήλιε”,“Ήλιε μου Ήλιε μου Βασιλιά μου”, “Της δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ”, “Ήλιε Ήλιε αρχηγέ”, “Είσ’ο Ήλιος το φεγγάρι και το φως μου” “Ηλιοβασιλέματα”.

Ακόμα και παροιμίες όπως: “Ήλιος και βροχή παντρεύονται οι φτωχοί…” που θεωρώ πως μπορούμε να την ερμηνεύσουμε𐤟 πως οι φτωχοί μπορεί να είναι πλούσιοι σε αρετές και άλλα θετικά στοιχεία σαν το νερό τής βροχής και τη λιακάδα.

(2*) κάποτε ήταν συχνή τοπικά η φράση “…είναι ολόκληρο ντελίνι” και αναφέρονταν σε νέο ψηλό και δυνατό. Αυτό πιθανότατα είχε σχέση με τη λέξη ταλῶς- τάλα – (ν)τάλα.

(3) Αρίσταρχος ο Σάμιος (320-250 π.Χ): αστρονόμος από τη Λάμψακο που διετύπωσε την ηλιοκεντρική θεωρεία 17 περίπου αιώνες πριν τον Κοπέρνικο. Από το έργο του γνωρίζουμε μόνο το “Περί μεγεθών και αποστημάτων (αποστάσεων) Ηλίου και Σελήνης”.

 

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.