Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ – Ευάγγελος Παραμερίτης

Εκείνο το πρωί, γύρω στις οκτώ, στο γραφείο του δημοτολογίου η συζήτηση του μεγαλύτερου σε ηλικία υπαλλήλου με τους άλλους συναδέλφους ήταν τα καθημερινά μικρά ή μεγάλα θαύματα, που γίνονται στη ζωή καθενός, μέσα από την πίστη στον Θεό που οδηγεί στο θαύμα. Αλλά και άλλων απροσδόκητων πραγμάτων στη ζωή που κανείς δεν περιμένει κι όμως συντελούνται κάθε στιγμή.

Δεν είχε ολοκληρωθεί η συζήτηση όταν δυο μαυροντυμένες γυναίκες μπήκαν στο γραφείο. Η μια περασμένα εξήντα, φαινόταν ταλαιπωρημένη, η άλλη νέα, περίπου εικοσιπέντε.

Στάθηκαν κοντά στο γκισέ και ζήτησαν πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης.

Ο υπάλληλος τους είπε να συμπληρώσουν μια αίτηση με τα στοιχεία τους και να περιμένουν λίγο για ν’ ανοίξει το σύστημα γιατί όλα πλέον ήταν ηλεκτρονικά και συνέχισε την κουβέντα που σταμάτησε για λίγο, με την είσοδο των γυναικών.

Η μεγαλύτερη τον κοίταξε και λέγοντας: Επιτρέπεται να πω κάτι σε σχέση με αυτά που λέτε;

– Φυσικά. Άλλωστε ότι λέμε δεν είναι δικό μας ανήκει στη χάρη του Θεού.

– Θα ήθελα να σας πω για ένα γεγονός που άκουσα πριν χρόνια και που πιστεύω πως είναι αληθινό.

– Ελεύθερα.

– Ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε την μικρή κοινωνία του νησιού, που όμως μόνο λίγοι την έζησαν, οι κοντινότεροι συγγενείς και φίλοι, παρότι έφτασε και στα περίχωρα. Υπήρχε μια πολύ καλή οικογένεια που είχε την ατυχία να την επισκεφτεί ο θάνατος με περίεργο τρόπο. Δεν ξέρω αν είναι η ζωή γραμμένη σε κάποια μέτρα ή είναι η μοίρα του ανθρώπου που φέρνει χαρές και συμφορές.

– Νομίζω πως όλα είναι μέσα στη ζωή, μόνο που δεν τα γνωρίζει κανένας, της απάντησε ο υπάλληλος. Η συνέχεια της ιστορίας σας ποια είναι;

– Αυτή την οικογένεια την σημάδεψε για τα καλά ο θάνατος χωρίς οίκτο. Ο πατέρας χάθηκε από έλλειψη οξυγόνου μες στη θάλασσα, ήταν σφουγγαράς. Η γυναίκα δεν μπορούσε να συνέλθει. Τα παιδιά της τότε ήταν το ένα δεκαεννέα και το άλλο δεκαέξι ετών. Με τα χίλια ζόρια τα έβγαζε πέρα και με βοήθεια από συγγενείς και φίλους, αφού σύνταξη δεν μπορούσε να πάρει, λόγω που ο άντρας της χάθηκε νέος και δούλευε, όπως όλοι, ανασφάλιστος. Πέρασαν δέκα δύσκολα χρόνια. Τα παιδιά της μεγάλωσαν και δούλευαν στα καΐκια.

– Επομένως κάπου άρχισαν να ορθοποδούν, που σημαίνει πως δεν ήταν όπως στα πρώτα χρόνια. Τι άλλο θέλει μια μάνα από το να βλέπει τα παιδιά να εργάζονται και να είναι χαρούμενα, είπε ο άλλος υπάλληλος.

– Ναι, αλλά δεν είναι μόνο τα χρήματα που κάνουν τον άνθρωπο χαρούμενο, είπε η γυναίκα, είναι και η συνέχεια της ζωής. Η μάνα έλεγε συχνά στο μεγάλο «Γιε μου, είναι καιρός να παντρευτείς, να χαρώ κι εγώ με ένα εγγονάκι, γέρασα και παιδιά δεν μου έκανες».

Ο καιρός περνούσε αλλά ο μεγάλος γιος δεν έλεγε να φτάσει στα σκαλιά της εκκλησίας. Κάποια μέρα μπαίνει φουριόζος στο σπίτι πιάνει την μάνα του αγκαλιά, την σηκώνει ψηλά και λέει: Μάνα παντρεύομαι.

Τα μάτια της μάνας γούρλωσαν από την απρόσμενη χαρά. Ποιος το περίμενε ότι το παιδί της γινόταν γαμπρός και άρχισε με την φαντασία της να φτιάχνει εικόνες για την οικογένεια που θα έφτιαχνε, με παιδάκια να τρέχουν, μες στο σπίτι με τη νύφη να ζυμώνουν, να μαγειρεύουν και να ζούνε όλοι ευτυχισμένοι.

– Είναι καλή κοπέλα γιε μου; Ρώτησε.

– Είναι όμορφη, Μάνα, της απάντησε.

– Είναι καλή κοπέλα γιε μου; ξαναρώτησε.

– Είναι όμορφη, Μάνα, της απάντησε.

– Η ομορφιά γιε μου φεύγει, η καλοσύνη μένει για πάντα αν είναι κάποιος καλός.

– Μην σε νοιάζει μάνα, είναι όμορφη.

Ο Μανώλης έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας την μάνα στον προβληματισμό της για το τι θα ξημέρωνε στο σπιτικό της.

Μια εβδομάδα αργότερα ο Γρηγόρης, ο δεύτερος γιος μπήκε το ίδιο φουριόζος, την αγκάλιασε, την σηκώνει ψηλά και της είπε;

– Παντρεύομαι Μάνα!

– Περίεργες μαζεμένες χαρές μου φέρνετε παιδιά μου.

– Γιατί το λες Μάνα;

– Την περασμένη εβδομάδα ο αδερφός σου, τώρα εσύ το ίδιο. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ.

– Να χαρείς Μάνα, γιατί θα γίνουμε ευτυχισμένοι.

– Παιδί μου, είσαι είκοσι τριών χρόνων κι ο αδερφός σου είκοσι έξι και καλά εκείνος, εσύ πότε πρόλαβες;

– Πρόλαβα Μάνα, είμαι ευτυχισμένος και θέλω να γίνεις κι εσύ.

– Είναι καλή κοπέλα γιε μου; Είναι από δω κοντά ή από άλλο μέρος;

– Μην νοιάζεσαι από πού είναι Μάνα, είναι όμορφη!

– Γιε μου είναι καλή;

– Είναι όμορφη Μάνα!

– Με ανησυχεί το «όμορφη» γιε μου. Το καλή θα μου ήταν καλύτερη απάντηση.

– Φτάνει μάνα, εμένα με νοιάζει που είναι όμορφη. Και γύρισε προς την πόρτα, την άνοιξε και χάθηκε στο σκοτεινό δρόμο.

Είχε περάσει ένας μήνας όταν το μαντάτο έπεσε σαν κεραυνός στο χωριό.

Ο Μανώλης έμπλεξε στα δίχτυα, ξημερώματα που πήγαν να μαζέψουν, μεθυσμένος όπως ήταν – γιατί χωρίς πιοτό δεν μπορούσε στιγμή – έπεσε στη θάλασσα χωρίς οι άλλοι πέντε στο καΐκι να αντιληφθούν τίποτα και πνίγηκε. Η μάνα θρηνούσε τον δεύτερο νεκρό της, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του άντρα της. Δεν ήξερε ούτε μπορούσε να κουμαντάρει τον πόνο και την δυστυχία της.

Ένα μήνα αργότερα έφτασε το άλλο μαντάτο. Ο Γρηγόρης τρέχοντας  με τη μηχανή του σε μια ορεινή περιοχή, σ’ ένα μονοπάτι, πλάι στο γκρεμό, έπεσε από σαράντα μέτρα ύψος και άφησε την τελευταία του πνοή στα βράχια.

Η μάνα οδυρόταν τραβώντας τα μαλλιά της σε σημείο να τα ξεκολλά από το κεφάλι. Κανείς δεν μπορούσε να την παρηγορήσει, κανείς δεν μπορούσε να της συμπαρασταθεί, όσο κι αν προσπάθησαν. Το νησί θρηνούσε συχνά ανθρώπους του στην θάλασσα.

Η γυναίκα κλειδώθηκε στο σπίτι, αμπάρωσε πόρτα και παράθυρα, κάθισε καταγής κατεβάζοντας από το εικονοστάσι την εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ, την ακούμπησε στο δάπεδο, μπροστά της κι αναμαλλιασμένη φώναζε:

– Γιατί μου τόκανες αυτό!

Μερόνυχτα ατελείωτα συνεχιζόταν το ίδιο.

Κάποιο βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, ανάμεσα στα κλάματά της και στα ουρλιαχτά, ακούστηκε ένας ισχυρός μεταλλικός θόρυβος. Εκείνη δεν σταματούσε. Δεν καταλάβαινε τίποτα! Το μόνο που γνώριζε ήταν πως έχασε τον άντρα και τα δυο παιδιά της κι ως συνήθως όλοι στο νησί λέγανε πως για κάθε θάνατο εκείνος που ευθύνεται είναι «Ο Μιχάλης»!

Όπως ήταν σκυμμένη πάνω από την εικόνα του Αρχάγγελου και φώναζε:

– Γιατί μου τόκανες αυτό!

Ένας δυνατός κρότος πάνω από το κεφάλι της την έκανε να σταματήσει να κλαίει και να φωνάζει. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε. Δυο μεγάλα πόδια υψώνονταν μπροστά της. Σήκωνε το κεφάλι και το βλέμμα. Μπροστά της στεκόταν ένας γίγαντας που έφτανε ως το ταβάνι του σπιτιού, φορούσε στολή μεταλλική, όπως οι αλλοτινοί ιππότες. Το πρόσωπό του ήταν μαυρομέλανο. Τρόμαξε. Δεν είχε ξαναδεί τόσο μεγάλο άνθρωπο ούτε τέτοιο αγριεμένο πρόσωπο. Έχασε τη φωνή της.

– Γιατί με φωνάζεις μ’ αυτό τον τρόπο; τον άκουσε να λέει.

– Ποιος είσαι; ψέλλισε μέσα στο φόβο της.

– Αυτός που έχεις πετάξει στο πάτωμα! άκουσε τον γίγαντα να της λέει.

Η Γυναίκα άφησε να βγει από μέσα της όλο το παράπονο λέγοντας όλη την ιστορία της ζωής της. Για το γάμο της με τον Θόδωρο, τον άντρα της. Τον χαμό του. την δυστυχία που έζησε μέχρι να μεγαλώσει τα παιδία της. Την αγωνία της όλα αυτά τα χρόνια να τα μεγαλώσει. Και τώρα, που περίμενε τη χαρά από το γάμο τους που της ανακοίνωσαν και περίμενε πως και πως για να χαρεί και εγγονάκια.

Ο τεράστιος άνδρας με την στολή αλλοτινού ιππότη την άκουσε ανέκφραστος, θαρρείς  με υπομονή κι όταν εκείνη τελείωσε της είπε:

– Σήκω και έλα μαζί μου.

– Που θα με πας; Ρώτησε τρομαγμένη. Δεν μπορώ να βγω από το σπίτι. Τι θα πει ο κόσμος που θα με δει με έναν άγνωστο.

– Δεν πρόκειται να σε δει κανείς.

– Που θα πάμε;

– Έλα μαζί μου και θα δεις.

Βγήκαν από το σπίτι και σχεδόν αιωρούμενοι έφτασαν σ’ ένα μπαρ, στο λιμάνι. Μπήκαν μέσα και τράβηξαν κάπου απόμερα. Από το σημείο εκείνο μπορούσαν να βλέπουν όλο το μαγαζί χωρίς να τους παρατηρεί κανείς. Το σκοτάδι του καταστήματος δεν τους δυσκόλευε καθόλου να βλέπουν όσους βρίσκονταν εκεί καθαρά, την ίδια στιγμή που οι θαμώνες  προσπαθούσαν στα τυφλά να βρουν κάθισμα ή να κινηθούν. Σε όλο το μήκος του λιμανιού είχαν ξεφυτρώσει αρκετά τέτοια καταστήματα.

Η ώρα περνούσε και η γυναίκα ρώτησε:

– Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;

– Περίμενε και θα δεις, άκουσε τον τεράστιο εκείνο άνθρωπο να της λέει.

Πράγματι δεν πέρασε πολύ ώρα και είδε τον μεγάλο γιο της, τον Μανώλη, να μπαίνει τρέχοντας στο μαγαζί κατευθυνόμενος στον πάγκο που μια όμορφη κοπέλα σερβίριζε ποτά στους πελάτες. Πήγε κοντά, μίλησε με την κοπέλα και αφού φιλήθηκαν η κοπέλα βγήκε από το μπαρ και τον ακολούθησε περνώντας μια μικρή πόρτα στο βάθος του μαγαζιού. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να ξαναφανούν. Ο Μανώλης αφού την φίλησε, την άφησε στο μπαρ κι έφυγε.

Δεν πέρασε αρκετή ώρα όταν είδε το Γρηγόρη, το δεύτερο γιο της να κάνει την εμφάνισή του με τον ίδιο τρόπο, στο μαγαζί. Κατευθύνθηκε στο σημείο που ήταν η κοπέλα κι έγινε ακριβώς το ίδιο με τον προηγούμενο γιο της. Αγκαλιές, φιλιά, με την όμορφη κοπέλα, το πέρασμα της μικρής πορτούλας, η επανεμφάνισή τους μετά από ώρα και η αναχώρησή του με τον ίδιο τρόπο.

– Τι είναι όλα ετούτα ρώτησε η γυναίκα;

– Αυτά έγιναν πριν καιρό της είπε ο Αρχάγγελος, που την είχε φέρει εκεί. Έγιναν τις ημέρες που ήρθαν και σου είπαν πως γνώρισαν μια όμορφη κοπέλα και τους ρώτησες αν είναι καλή. Μόνο που και οι δυο είχαν ερωτευτεί την ίδια. Και τώρα έλα μαζί μου.

– Τι να κάνω; του είπε με απορία.

– Να δεις τη συνέχεια της απάντησε ο Αρχάγγελος.

Βγήκαν από το κατάστημα. Έξω υπήρχε πολύς μαζεμένος κόσμος που άλλοι φώναζαν κι άλλοι σιωπούσαν ή επευφημούσαν.

Στη μέσα του δρόμου δυο νέοι άνδρες κρατώντας καθένας ένα μαχαίρι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να χτυπήσει ο ένας τον άλλον. Η γυναίκα γνώρισε τα παιδιά της, τρόμαξε και θέλησε να τρέξει προς το μέρος τους, αν δεν προλάβαινε θα γίνονταν μεγάλο κακό. Ο Αρχάγγελος την κράτησε να μην πέσει, είχαν παραλύσει τα πόδια της. Σε λίγο είδε το ένα της παιδί να πέφτει νεκρό και το άλλο να το συλλαμβάνουν οι χωροφύλακες και να το οδηγούν στη φυλακή.

Κόντεψε να τρελαθεί. Πως μπορούσε να γίνει τέτοιο κακό? σκέφτηκε.

– Και τώρα; Ρώτησε τον Αρχάγγελο.

– Αυτό θα γίνονταν αν τα παιδιά σου ζούσαν, της απάντησε Εκείνος. Ο Θεός έκανε έλεος να μην χαθούν άδικα τα παιδιά σου για το χατίρι μιας γυναίκας που δεν άξιζε σε κανέναν από τους δυο. Πήγαινε σπίτι σου κι ετοίμασε το μνημόσυνό τους με όλα εκείνα που τους πρέπει. Ο Θεός πάντα γνωρίζει το λόγο που αναιρεί την ύπαρξη κάποιου από τη ζωή.

 

Η γυναίκα βρέθηκε δίχως να καταλάβει στο σπίτι της. Ο Αρχάγγελος της είπε:

– Μάζεψε την εικόνα μου και βάλε την στη θέση της. Να θυμάσαι πως είμαι πάντα εδώ σε ό,τι έχεις ανάγκη. Και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε.

Η γυναίκα έσκυψε, πήρε την εικόνα του Αρχάγγελου από το δάπεδο και την ξανάβαλε στην πρωτινή της θέση. Άναψε το καντήλι και το θυμιατό και θυμιάτισε όλο το σπίτι. Με δάκρυα στα μάτια ευλογούσε τον Θεό και τον Αρχάγγελο, παρά τον πόνο της, γιατί τα παιδιά της δεν έφτασαν στο σημείο που ο Αρχάγγελος την μετέφερε να δει.

Τα χρόνια περνούσαν κι εκείνη έκλαιγε τα χαμένα της παιδιά, αλλά στη σκέψη πως δεν είχε σκοτώσει το ένα το άλλο, η ψυχή της γαλήνευε.

Οι υπάλληλοι του δημοτολογίου την κοιτούσαν περίεργα. Η ιστορία φαινόταν αληθινή και «ψεύτική», αλλά πώς να το διαπιστώσουν. Στα χρόνια που βρίσκονταν εκεί είχαν ακούσει πολλές ιστορίες, το ίδιο ή και χειρότερες.

– Παρακαλώ, κυρία, φτιάξτε μου την αίτηση για το πιστοποιητικό, το σύστημα άνοιξε.

Η Γυναίκα συμπλήρωσε τα στοιχεία της στην αίτηση και την έδωσε. Ο υπάλληλος χτύπησε τον αριθμό της μερίδας και βρήκε τα στοιχεία της μέσα. Κοίταξε καλά τα στοιχεία της μερίδας και του φάνηκε πως ο κόσμος χάθηκε για μια στιγμή από μπροστά του.

Ο σύζυγος της λεγόταν Θεόδωρος, όπως ο νεκρός άντρας της γυναίκας της ιστορίας. Τα παιδιά στην οικογενειακή κατάσταση, το ένα Μανώλης είκοσι έξι χρονών και το άλλο Γρηγόρης είκοσι τριών, όπως τα παιδιά της γυναίκας που μετέφερε ο αρχάγγελος να δει όλα εκείνα τα γεγονότα. Και είχαν χαθεί το ένα από πνιγμό και το άλλο από τροχαίο ατύχημα, με διαφορά ένα μήνα το ένα από το άλλο.

(Υ. Γ. Η ιστορία είναι αληθινή.)

Ο γράφων ήταν ο υπάλληλος του δημοτολογίου

Ευάγγελος Παραμερίτης

Συγγραφέας

 

Σημείωση: Ευχαριστώ θερμά τον αξιόλογο λογοτέχνη και αρθρογράφο Ευάγγελο Παραμερίτη για την διάθεση του διηγήματος του «Ο Αρχάγγελος»προς δημοσίευση στην στήλη της diafaneia.com «Το διήγημα του Σαββάτου». Επίσης τον ευχαριστώ για την ‘ανοχή’ του στον χαρακτηρισμό μου ‘Χιώτης’ , στο άρθρο της προηγούμενης εβδομάδας: «Η καρδιά ενός ποιητή» και στην στήλη- Ποίηση-, όπου  ‘ποιητική αδεία’ τον βάπτισα Χιώτη αν και ο Ε.Π., γεννήθηκε στην Αθήνα. Όμως  αγαπά την Χίο… σαν Χιώτης. Αυτό αρκεί ….

Επιμέλεια στήλης

Τασσώ Γαΐλα

Αρθρογράφος-Ερευνήτρια

 

 

 

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.