Ευάγγελος Παραμερίτης: «Το Πουγκί»

 

ΤΟ ΠΟΥΓΚΙ

Ο μπάρμπα Δήμος, τ’ απογεύματα που γυρνούσε από τα χωράφια, καθόταν στη γνωστή του θέση στο χαγιάτι. Συχνά μαζεύονταν γύρω του τα παιδιά της γειτονιάς, φίλοι των εγγονών του, προκειμένου να ακούσουν ιστορίες και ότι ανέσυρε από το ντουλάπι του νου, από περασμένα χρόνια, όλα όμως εμπειρίες ζωής.

Ο μπάρμπα Δήμος δεν είχε τελειώσει ούτε καν το δημοτικό. Και πώς να πήγαινε, αφού τα αμέσως μετακατοχικά χρόνια, που γεννήθηκε, ήταν τόσο δύσκολα και σκληρά που μόνο αν δεχόταν οι γονείς σου να είναι «συνεργάτες» των «νικητών», μπορούσε να επιβιώσει. Κι εκείνοι δεν είχαν δεχτεί!

Μικρός, άκουγε πως στο διάστημα της κατοχής έβλεπαν οι άνθρωποι – όσοι επέζησαν – στα πεζοδρόμια, στους δρόμους τα χωράφια και τις μάνδρες σκόρπια σώματα μωρών και παιδιών, της ηλικίας του αλλά και μεγάλων, νεκρών από την πείνα. Τα άκουγε και του έκανε  εντύπωση πως μπορούσαν να συμβαίνουν τόσο φριχτά πράγματα. Δεν έφτανε ο νους του να καταλάβει πως γίνηκαν όλα αυτά, το μόνο που ήξερε ήταν ότι κι εκείνος πεινούσε κι ας μην ήταν κατοχή.

Όταν έφτασε σε ηλικία τον έγραψαν στο σχολείο όπου αποδείχτηκε πολύ καλός μαθητής, όμως λόγω δύσκολης οικονομικής κατάστασης στην οικογένεια και ανεπαρκών «κοινωνικών φρονημάτων» του πατέρα του δεν μπόρεσε να συνεχίσει, έτσι όπως τα περισσότερα παιδιά, μπήκε μικρός στη δουλειά και με τα χρήματα που έπαιρνε από το αφεντικό και τα πουρμπουάρ από τους πελάτες του μαγαζιού, αγόραζε βιβλία από περίπτερα και καροτσάκια, στις γωνιές των δρόμων. Ήταν τόση η δίψα του για μάθηση που δεν άφηνε βιβλίο αδιάβαστο.

Η μάνα του εργαζόταν παραδουλεύτρα σε σπίτια των κάπως ευκατάστατων εκείνη την εποχή και με τα ελάχιστα χρήματα που έπαιρνε δουλεύοντας από τα χαράματα ως την νύχτα προσπαθούσε να θρέψει τα τέσσερα παιδιά της.

Τα χρόνια πέρασαν, οι φίλοι χάθηκαν ακολουθώντας δρόμους διαφορετικούς…

Εκείνος συνέχισε με πείσμα να ξοδεύει τα χρήματα που έβγαζε σε κάθε είδους βιβλία.

Στο πέρασμα του καιρού άλλαξαν πολλά. Πολλές γνώσεις σωρεύτηκαν στο μυαλό του που όμως δεν απέτρεψαν ατυχίες και αποτυχίες στη ζωή του…

Εκείνη τη μέρα ήταν πολύ κουρασμένος. Δεν είχε διάθεση να πει τίποτα, παρότι τα παιδιά είχαν μαζευτεί γύρω του όπως κάθε απόγευμα, περιμένοντας κάποια διήγησή του.

Πολλά γύριζαν από το πρωί στο μυαλό του. Χρόνια της νεότητας… Ελπίδες και όνειρα ανεκπλήρωτα… Δυσκολίες επιβίωσης που συνοδεύονταν από δυσαρέσκειες, πολλές φόρες, αγαπημένων του προσώπων. Ταξίδια… Έρωτες… Μια μεγάλη αγάπη που χάθηκε λόγω καθυστέρησης τελικής απόφασης, τον σημάδεψε καταλυτικά.

Προσπαθούσε να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του προκείμενου ν’ αρχίσει να μιλάει στα παιδιά, τα οποία θα τον κοιτούσαν όπως πάντα γεμάτα περιέργεια χωρίς να καταλαβαίνουν την δική του ψυχική κατάσταση, όμως ήξερε πως θα καταλάβαιναν μετά από χρόνια, όπως όλοι οι άνθρωποι. Τότε, που μεγάλοι πλέον θα έφερναν στο νου στιγμές σαν αυτές.

Αποφάσισε να τους μιλήσει για τα συναισθήματα αγάπης. Ήταν ένα από τα θέματα που τον απασχολούσε από παιδί. Πως όμως να μιλήσεις σε παιδιά για ένα τόσο μεγάλο θέμα, σκεφτόταν. Έπρεπε κάτι απλό και να σκαρφιστεί για να μην τα μπερδέψει.

– Παιδιά μου, άρχισε, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθετε από τώρα ώστε μεγαλώνοντας να ξέρετε πώς να σκέφτεστε και να συμπεριφέρεστε. Σήμερα θα μιλήσουμε για ένα «θησαυρό» όσο κι αν σας κάνει εντύπωση.

– Και τι είναι «θησαυρός»; ρώτησαν τα παιδιά μ’ ένα στόμα.

– Να σας εξηγήσω τι εννοώ. Κάποτε οι άνθρωποι είχαν ένα μικρό σακουλάκι που το έλεγαν “πουγκί”, αντί για το σημερινό πορτοφόλι. Μέσα σ’ αυτό έβαζαν τις οικονομίες τους, έπειτα το έκρυβαν στον κόρφο τους – κι έκανε την κίνηση να τους δείξει – για να μην το βρει κανείς και τους το πάρει.

Στο πέρασμα του χρόνου και ανάλογα με τον χαρακτήρα καθενός το «πουγκί» εκείνο γέμιζε ή άδειαζε. Οικονομία, λέγεται το μάζεμα χρημάτων και το ξόδεμα σπατάλη. Σε μεταφορική έννοια (μοιάζει με τα συναισθήματά τους), ανάλογα με τις περιστάσεις.  Όποιος είχε στο “πουγκί” του μαζεμένες τις οικονομίες του, το άνοιγε και έδινε – εκτός από τις υποχρεώσεις του – όπου εκείνος θεωρούσε κάποιον ξεχωριστό, συγγενή, φίλο, αγαπημένο κ. α.

– Και τι είναι «πουγκί» παππού, ρώτησαν.

– Η καρδιά είναι ακριβώς ένα μικρό σακούλι – όπως το “πουγκί” – όσο το χέρι μας σφιγμένο σε γροθιά. Μέσα σ’ αυτό το “πουγκί”, (καρδιά) μαζεύονται όλα τα καλά και κακά συναισθήματα που ο άνθρωπος νοιώθει για ανάλογες περιστάσεις και ανθρώπους που συμβάλουν για την δημιουργία τους.

Σε κάποιες περιστάσεις όποιος έχει το “πουγκί” (καρδιά) γεμάτο αγαθά συναισθήματα το ανοίγει, μετά από κάποιο καιρό ή συνεχώς και προσφέρει, ξεχωριστά σε όποιον έκανε την καρδιά του να νοιώσει όμορφα. Τα συναισθήματα είναι ανώτερα από το χρήμα. Χωρίς χρήμα μπορείς να επιβιώσει ο άνθρωπος, χωρίς συναισθήματα (;), ανάλογα βέβαια τον άνθρωπο και το χαρακτήρα του. Κάποιοι άνθρωποι είναι ξεχωριστοί, ερχόμενοι από το άγνωστο, κάνουν το “πουγκί” (καρδιά) των ανθρώπων που πλησιάζουν να θέλει να βγάλει από μέσα ότι καλύτερο έχει εκεί, ακόμα και αυτό το «πουγκί» (καρδιά) και να τους το προσφέρει, αυτά είναι τα όμορφα συναισθήματα που θεωρούνται “θησαυρός”!

Τι παράξενο! Πολλές φορές αυτό συμβαίνει και μεταξύ άγνωστων, που δεν είχαν ποτέ συναντηθεί στη ζωή. Είναι σαν να λέμε: εμφανίζεται κάποιος από το πουθενά και κερδίζει αμέσως την εμπιστοσύνη εκείνου που έχει το «πουγκί», γίνεται αιτία για πολλές αλλαγές στη ζωή του.  Ούτε που μπορεί να φανταστεί κανείς τέτοια απρόοπτα γεγονότα.

Να θυμάστε πως η καρδιά ανοίγει σαν «πουγκί» και προσφέρει τον θησαυρό που έχει μαζέψει. Να προσέχετε λοιπόν γιατί έχει σημασία να γνωρίζεται ποιος είναι εκείνος που σας πλησιάζει.

Η αιτία που ανοίγει το σακουλάκι (καρδιά) και βγαίνουν όμορφα κλειδωμένα για χρόνια συναισθήματα, για τους μεγάλους, είναι η αγάπη. Αυτή οδηγεί το νου να τα εκφράζει προφορικά ή γραπτά.

– Κι ο άλλος που εσύ ανοίγεις το «πουγκί» σου για να του προσφέρεις,  αν δεν έχει αγάπη, παππού, τι γίνεται; Δεν είναι άδικο να πάρει την αγάπη σου κάποιος που δεν πρέπει; Δεν θα πονέσει εκείνος που την δίνει;

Ο μικρός που ρώτησε ήταν ο εγγονός του. Τι να έλεγε; Πως στη ζωή συμβαίνουν κι αυτά! Ότι πολλοί άνθρωποι προσφέρουν σε κάποιους που δεν τους αξίζει κι εκείνοι μετά, κρυφά ή φανερά, τους χλευάζουν…

– Ποιος ξέρει αν πρέπει ή όχι; Εκείνο που έχει σημασία είναι πως ο άνθρωπος πρέπει να προσφέρει στον συνάνθρωπο, γιατί όλοι έχουμε ανάγκη. Βέβαια εκείνος που προσφέρει όταν διαπιστώσει πως με κάποιο τρόπο χλευάστηκε ή αποξενώθηκε από εκείνον που δέχτηκε την προσφορά του, θα πληγωθεί θα πονέσει, νοιώθει δυσάρεστα,  όμως δεν σκοπεύει να ανταποδώσει ανάλογη ενέργεια. Το λόγο τον έχει στη συνέχεια η ζωή.

– Και τη δουλειά έχει η ζωή στις σχέσεις των ανθρώπων παππού, αφού οι άνθρωποι έχουν μυαλό; Ρώτησε άλλο παιδί.

– Αυτό που ξέρω, γιε μου, είναι πως όλοι βρισκόμαστε – όπως οι ψύλλοι – μέσα σε ένα χώρο σαν εκείνη την αποθήκη, κι έδειξε απέναντι, στην άκρη της αυλής, που λέγεται ζωή και μπορεί να λειτουργούμε μεν ελεύθερα αλλά δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτήν. Ότι κάνουμε, το ανάλογο εισπράττουμε το αντίτιμο μετά από καιρό.

– Κι αν εμένα δεν μ’ αρέσει, παππού, το δικό σου συναίσθημα, γιατί να το δεχτώ.

– Δεν σε υποχρεώνει κανείς να το δεχτείς. Αν κρατήσεις ή πετάξεις το δώρο (συναίσθημα αγάπης) που θα σου δώσει ο άλλος, δεν μπορώ ούτε να σου πω με τι θα σε ευεργετήσει ή θα στο ανταποδώσει η ζωή με τον καιρό. Εκείνο που ξέρω είναι πως όταν δίνουμε αγάπη στον συνάνθρωπό μας, ειδικά αν ξέρουμε πως το έχει ανάγκη, η ζωή μας γεμίζει υγεία, δύναμη, αισιοδοξία και χαρά! Νοιώθουμε ευτυχισμένοι! Μας προτρέπει να χαμογελάμε από ευχαρίστηση και να ωθούμε τους άλλους να κάνουν το ίδιο! Και να θυμάστε, πρέπει να χαμογελάμε με την καρδιά μας, γιατί γινόμαστε όμορφοι και ο κόσμος μας ακόμα ομορφότερος από το χαμόγελο και την λάμψη των ματιών μας! Το «πουγκί» των συναισθημάτων της αγάπης έχει αυτό το σκοπό και δεν αδειάζει ποτέ!

Συγγραφέας: Ευάγγελος Παραμερίτης

…………………………..

Φιλοξενούμενος της δημοφιλούς στήλης της ηλεκτρονικής ‘Χιώτικη Διαφάνεια’, δηλαδή της ‘diafaneia.com’ ο γνωστός Αθηναίος συγγραφέας και πολυτάλαντος καλλιτέχνης Ευάγγελος Παραμερίτης λάτρης της Χίου και που όπως φαίνεται από την απήχηση των γραπτών του στις στήλες Πολιτισμού του  site και οι αναγνώστες μας τον τιμούν ιδιαίτερα με την προτίμηση τους.

Ευχαριστώ κ. Παραμερίτη Ευάγγελε για την συνεργασία σας μαζί μου.

Επιμέλεια στήλης.

Τασσώ Γαΐλα

Αρθρογράφος-Ερευνήτρια.

 

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.